Με τον ίδιο μου τον παππού

Με τον ίδιο μου τον παππού


Από πολύ μικρός είχα παρουσιάσει μια επιθυμία για τα πόδια των άλλων αντρών. Η πρώτη μου ανάμνηση είναι από το δημοτικό, όπου χάζευα τα πόδια ενός συμμαθητή μου του Νίκου, το καλοκαίρι που φορούσε πέδιλα. Αργότερα βέβαια που άρχισαν να μου αρέσουν οι αρκετά μεγαλύτεροι από εμένα άντρες, τότε θυμάμαι τον εαυτό μου να αναζητάει να δει τα πόδια των αντρών αυτών των ηλικιών.


Τα καλοκαίρια που πηγαίναμε στο εξοχικό μας, ήταν και οι παππούδες μας μαζί. Κάποια στιγμή λοιπόν τότε στα παιδικά μου χρόνια, παίζοντας από εδώ και παίζοντας κι από ‘κει, κάπου θα παράπεσε κανένα αντικείμενο, κάτι θα έψαχνα, δεν το θυμάμαι κι ακριβώς, η μοίρα με έφερε σε ένα μέρος του εξοχικού, φανερό και πασιφανές από τη μια άλλα και αδιάφορο έως και παραμελημένο μέχρι τότε από την άλλη. Ήταν το μέρος όπου αποθήκευαν τα υποδήματα οι μεγάλοι. Σε εκείνο το μέρος, εντόπισα τις παντόφλες που συνήθιζε να φοράει ο παππούς μου.


Στην αρχή, πλησίασα δειλά δειλά το πρόσωπό μου από πάνω τους και πήρα μια μυρωδιά Έπειτα, αυθόρμητα, θυμάμαι ότι πήρα μια από αυτές στο χέρι μου και την έφερα απάνω στο πρόσωπό μου. Να μυρίζω μόνο την μυρωδιά που έβγαζε. Να μην παίρνω οξυγόνο, αλλά μόνο την μυρωδιά του ποδιού του παππού μου. Μόνο αυτή την μυρωδιά ήθελα εκείνη τη στιγμή.


Έπειτα, θυμάμαι τον εαυτό μου μετά από λίγα χρόνια, να ξαπλώνω στο κρεβάτι ανάσκελα, να τοποθετώ ένα μαξιλάρι στα γεννητικά μου όργανα και να το σπρώχνω πάνω κάτω. Αυτή την κίνηση δεν την είχα δει πουθενά. Την έκανα από μονός μου. Ενστικτωδώς. Το πουλί μου δεν βρισκόταν σε στύση, παρόλα αυτά κάποια στιγμή σταματούσα γιατί ένιωθα έναν κορεσμό. Πειραματιζόμενος με αυτές τις κινήσεις, ανακάλυψα ότι έπαιρνα μεγαλύτερη ευχαρίστηση όταν πίεζα το πρόσωπό μου σε κάποιο άλλο μαξιλάρι για να μην αναπνέω. Διευκρινίζω γιατί μπορεί να μην έγινε κατανοητό πριν, ότι δεν υπήρχε στύση κι επομένως δεν υπήρχε ακόμη εκσπερμάτωση. Ένιωθα απλά έναν κορεσμό. Η μεγαλύτερη τελικά ικανοποίηση που ανακάλυψα σε εκείνη την ηλικία ήταν όταν χρησιμοποιούσα και τις παντόφλες του παππού μου. Σταματούσα αρχικά την ανάσα μου, ενώ έσπρωχνα πάνω κάτω το μαξιλάρι με τη μέση μου και όταν η ανάγκη για οξυγόνο ήταν μεγάλη, σήκωνα το κεφάλι μου και έχωνα το πρόσωπό μου μέσα στην παντόφλα του παππού μου, εισπνέοντας την μυρωδιά από ‘κει μέσα.


Επειδή είχα ακούσει τους μεγάλους όταν μιλούσαν, ότι η μυρωδιά των ποδιών είναι κάτι ανεπιθύμητο, αυτή την αρέσκειά μου δεν την είχα εξωτερικεύσει, για να μη με κοροϊδέψουν. Κρυφά μύριζα τις παντόφλες, τα παπούτσια και τις κάλτσες του παππού, αλλά από την άλλη το παιχνίδι με το μαξιλάρι δεν το φοβόμουν παρουσία άλλων, γιατί πολύ απλά, δεν είχα ακούσει κάποια συζήτηση πάνω στο θέμα, για το εάν είναι καλό η κακό.


Ηλικιακά στην αλλαγή μεταξύ δημοτικού σχολείου και γυμνασίου, άρχισα να παράγω κι εγώ αυτό το υγρό που λέγεται σπέρμα. Δεν ήμουν ανυποψίαστος, είχα δει - μου είχαν δείξει - είχα βρει σχετικές φωτογραφίες κι έτσι γνώριζα ότι κάποτε θα έχω κι εγώ. Στο γυμνάσιο άρχισαν να μου αρέσουν ο μαθηματικός μου και ο γυμνασιάρχης κι έτσι στους καθημερινούς αυνανισμούς μου, τους έφερνα στο μυαλό μου. Πολύ σύντομα, η φαντασία μου τους ένωσε και τους επιθυμούσα να παρευρίσκονται και οι δύο. Τον έναν να τον φροντίζω από μπροστά ενώ ο άλλος να με κανονίζει από πίσω.




Σε τσόντα που βρήκαν φίλοι, όπου ένας τυπάς είχε χώσει τον πούτσο του στο κώλο μιας κοπέλας, είδα ότι αυτή σφάδαζε από τον πόνο και τρομοκρατήθηκα. Στην πρώτη ευκαιρία, όπου ήμουν μόνος μου στο σπίτι χωρίς τον κίνδυνο να με δει κανείς, πήρα ένα μολύβι, το γύρισα ανάποδα και το τοποθέτησα αργά αργά μέσα στην τρυπούλα μου. Όταν πειραματίζεσαι πρώτη φορά με κάτι, όταν εξερευνάς, ένα από τα χαρακτηριστικά που σε διακατέχει είναι ο φόβος ή το άγχος. Εμένα, αυτή η εισχώρηση μέσα στον κώλο μου, μου άρεσε. Και προς μεγάλη μου έκπληξη παρατήρησα ότι μετά από λίγο και το πουλί μου είχε σκληρύνει. Αυθόρμητα, τύλιξα το πουλί μου με μια από τις κάλτσες μου, μετά τοποθετήθηκα πάνω από ένα μαξιλάρι και άρχισα να κάνω σαν να το γαμάω. Στη φαντασία μου βέβαια έφερα ότι αυτό μου το κάνει ο μαθηματικός, τον οποίο ήθελα πιο πολύ από τον γυμνασιάρχη και ότι αυτή την αίσθηση που ένιωθα στον πούτσο μου του την έδινα στον δικό του ενώ αυτός με γαμούσε και εγώ ένιωθα στον κώλο μου την αίσθηση που μου έδινε το μολύβι που είχα τοποθετήσει απο πίσω μου και που στην φαντασία μου ήταν ο πούτσος του. Αλλά αυτό έπρεπε να μπαίνει και να βγαίνει. Αργότερα λοιπόν, άρχισα με το δεξί μου χέρι να το βάζω και να το βγάζω. Όταν έχυσα, ένιωσα την κωλοτρυπίδα μου να σφίγγει το μολύβι πολύ δυνατά.


Ένα καλοκαίρι, εκείνης της εποχής, βρεθήκαμε ξανά όλοι μαζί στο εξοχικό Είχα ξεχάσει τον παππού και αυτό με είχε κάνει να μελαγχολήσω και λίγο. Έτσι ξαναπήγα και πήρα τις παντόφλες του να τις μυρίσω. Ξαναθυμήθηκα τα παλιά. Έκανα τις κινήσεις μηχανικά και απερίσκεπτα και μια μέρα απόρησα με τον εαυτό μου που σταμάτησε έτσι ξαφνικά να προσέχει. Τελικά δεν ήταν αυτό. Ήταν που μεγάλωνα και μάθαινα να καλύπτομαι, είχα πάντα έτοιμες απαντήσεις και ελισσόμουν πιο εύκολα. Για παράδειγμα, ο παππούς κοιμόταν το μεσημέρι κι εγώ κάνοντας και καλά ότι ψάχνω να βρω κάποιο παιχνίδι, πήγαινα απευθείας στα πόδια του και τα μύριζα. Και είναι διαφορετική η μυρωδιά που παίρνεις από το φυσικό πόρο - το πόδι - και διαφορετική από το ψεύτικο λάστιχο της παντόφλας. Απλά με το φυσικό πόρο - το πόδι - φοβάσαι μη σε πιάσουνε και δεν καβλώνεις, ενώ την παντόφλα μπορείς να την πάρεις με την ησυχία σου στην τουαλέτα και να τραβήξεις μια μαλακία μυρίζοντάς την.


Παράλληλα, αφού πλέον είχα αρχίσει να κοιτάω τους μεγάλους άντρες και πιο χαμηλά, κάτω από την κοιλιά τους, προσεχτικά πάντα για να μη γίνω αντιληπτός, γιατί να αποτελέσει εξαίρεση και ο παππούς. Βέβαια, φορούσε αυτά τα παλιάς εποχής σώβρακα, που ήταν σαν μποξεράκια, αλλά ήταν τόσο φαρδιά που θα τα έλεγες και σορτσάκια. Όταν πηγαίναμε στη θάλασσα όμως, είχε μαγιό σλιπ κι έτσι μπορούσα να απολαύσω οπτικά αυτό που περιέκλειε μέσα του, το οποίο στα μάτια μου τότε φαινόταν πολύ φουσκωτό. Και στη θάλασσα, μέσα στο παιχνίδι, σου δίνεται πάντοτε η ευκαιρία να παίξεις με τον άλλον, χωρίς να παρεξηγηθείς. Οπότε κι εγώ με την πρώτη ευκαιρία τον άγγιζα. Σε διάφορα μέρη. Όποτε το παράκανα αυτός τραβιότανε.


Μια φορά, κι ενώ επιστρέφαμε σπίτι, ήθελε να κατουρήσει. Σταμάτησε, κατέβηκε κι εγώ τον ακολουθούσα σαν ηλίθιο. Τι έρχεσαι; μου είπε, να κατουρήσω θέλω. Εγώ τότε σταμάτησα να προχωράω, αλλά δεν σταμάτησα να τον κοιτάω. Μου άρεσε. Ήθελα να δω το πουλί του. Μακάρι να με άφηνε να το κρατήσω κι εγώ. Και να με πιτσιλούσε λίγο με τα ούρα του. Τι κοιτάς μωρέ; μου είπε, αν θέλεις να κατουρήσεις πήγαινε εκεί. Κι εγώ πήγα λίγο πιο πέρα και έκανα πως κατουρούσα. Εκείνος τέλειωσε κι έφυγε και όσο είχε γυρισμένη την πλάτη του πήγα γρήγορα γρήγορα εκεί που κατούρησε και ακούμπησα το δάχτυλό μου πάνω στη βρεγμένη περιοχή. Μετά το έβαλα στο στόμα μου. Και φύγαμε. Βλακεία αυτό που έκανα σκέφτηκα μετά γιατί εκεί θα μπορούσε να είχε κατουρήσει και κάποιος ή κάτι άλλο, ας πούμε ζώο. Πήγα στο σπίτι και έπλυνα το στόμα μου.


Ο παππούς αργότερα, όχι εκείνη τη μέρα, με μάλωσε. Καλά, μου είπε, τι πρόβλημα έχεις εσύ; Μήπως είσαι αδερφή; Συνέχεια με κοιτάς στο πουλί μου, παίρνεις την παντόφλα μου και πας στην τουαλέτα. Τι λες ρε παππού, του είπα, μη το ξαναπείς αυτό. Τελικά ο παππούς δεν ήταν χαζός. Μια μέρα με πήρε μαζί του στη δουλειά του. Μετά με πήγε να φάμε. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια κι αφού έχει πεθάνει, συνειδητοποίησα ότι με εξέταζε. Μελετούσε πως κοιτούσα τους άντρες και πως τις γυναίκες. Και μερικές φορές με προκαλούσε. Έτριβε τα αρχίδια του για να δει εάν θα κοιτάξω, όταν έβγαζε τα παπούτσια του τα τοποθετούσε κοντά σε εμένα, άλλες φορές κοιμόταν επιδεικνύοντας τα πόδια του προς το μέρος μου, όταν έκανε μπάνιο μετά άφηνε εσκεμμένα το σώβρακό του στην τουαλέτα, σε αντίθεση με το παρελθόν που δεν το έκανε ποτέ.


Μια μέρα που είχαν έρθει συγγενείς και από το υπόλοιπο σόι και έπρεπε να τους φιλοξενήσουμε, με παρότρυνε η οικογένεια να παραχωρήσω το κρεβάτι μου σε έναν άλλο θείο, όπως θα έκανε και ο παππούς και να μη κοιμηθώ με τον παππού σε ένα διπλό κρεβάτι. Εκείνος ήταν πολύ άνετος με αυτό. Η δική μου αμηχανία ίσως να του άναψε περισσότερα φιτίλια. Τελικά όμως το έκανα και ήμουν πολύ προσεχτικός. Τον συνήθιζα δίπλα μου στο κρεβάτι και μου άρεσε. Αλλά δεν έκανα τίποτα. Έδινα μεγάλη μάχη για να μη γίνουν τα πράγματα πουτάνα μέσα στο σπίτι. Οι συγγενείς έμειναν περισσότερες μέρες απ’ ότι φάνηκε. Έφυγαν όμως. Εκείνο το μεσημέρι ο παππούς, παρόλο που δεν υπήρχε ιδιαίτερη ανάγκη, πήγε πάλι στο διπλό κρεβάτι. Πήγα κι εγώ. Τι ήρθες; μου είπε. Γιατί; τον ρώτησα εγώ. Οι θείοι έφυγαν, δεν είναι ανάγκη να κοιμόμαστε μαζί. Κι εγώ έφυγα. Με σταμάτησε όμως. Καλά έλα, μου είπε.


Εγώ ανέβηκα στο κρεβάτι και ξάπλωσα δίπλα του όπως έκανα εκείνες τις ημέρες. Εκείνος ήταν ανάσκελα. Έλα, βάλε το κεφάλι σου πάνω στην κοιλιά μου, μου είπε. Μα, έκανα εγώ και καλά ότι μου φαίνεται παράξενο. Έλα ρε, είπε, είναι πιο καλά έτσι. Είναι πιο καλά έτσι; στη σκέψη μου, δεν το είπα δυνατά. Τι να εννοεί τώρα; Κάτι εννοεί στη γλώσσα των μεγάλων με τα υπονοούμενα. Εγώ βέβαια έβαλα το κεφάλι μου επάνω στην κοιλιά του. Σ’ αρέσει εκεί; με ρώτησε. Ναι, καλά είναι, είπα εγώ. Είναι ζεστά. Εκείνος τοποθέτησε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι μου και με χάιδευε. Εντάξει, ήταν πολύ στοργικό χάδι. Του παππού προς τον εγγονό. Εγώ είχα ανοιχτά το μάτια μου και κοιτούσα προς το σώβρακό του, αλλά δεν παρατήρησα κάποια ύποπτη κίνηση. Μετά με ρώτησε εάν μου μυρίζει κάτι ιδιαίτερο εκεί, μιας και έχει παρατηρήσει ότι μου αρέσουν οι μυρωδιές. Τον ρώτησα τι εννοούσε και μου έδειξε μέσα στο σώβρακό του. Όχι, του είπα, δεν μου μυρίζει τίποτα.


Μετά, έβγαλε τη φανέλα του και ακούμπησε το κεφάλι μου απευθείας πάνω στο σώμα του, κοντά στον αφαλό του. Μάγουλο δικό μου, κοιλιά δική του. Τώρα; με ρώτησε, σου μυρίζει κάτι; Μυρίζεις παππούς, του είπα. Από τις πιο έξυπνες απαντήσεις που θα μπορούσα να δώσω. Αλλά το πουλί του δεν κουνιόταν καθόλου. Τα πόδια μου; με ρώτησε, θέλεις να τα μυρίσεις να μου πεις εάν βρωμάνε; Έλα ρε παππού, του είπα εγώ. Κατέβα κάτω να μου πεις αν μυρίζουνε. Κι εγώ γύρισα ανάποδα και έβαλα τη μύτη μου στα πόδια του για να τα μυρίσω. Τα μύρισα και του είπα, ναι, ότι μυρίζουνε. Εκείνος μου είπε να μυρίσω κι άλλο, αφού ξέρει ότι μου αρέσουν οι μυρωδιές. Κι εγώ συνέχισα να τα μυρίζω. Μετά από μερικά λεπτά που είπε να επιστρέψω επάνω για να κοιμηθούμε. Και λίγα λεπτά μετά μου παρατήρησε ότι μου αρέσουν οι άντρες και ότι αυτό φάνηκε επειδή δέχτηκα να ακουμπήσω πάνω στο σώμα του και επειδή μου αρέσουν οι αντρικές μυρωδιές που βγάζει το σώμα του.


Το ίδιο απόγευμα πήγαμε για μπάνιο στη θάλασσα. Τότε δεν υπήρχαν κινητά και πριν φύγουμε άκουσα που έλεγε στη γιαγιά μου ότι μπορεί εκείνη την ημέρα να αργήσουμε γιατί θα πάμε στην αγορά να δει εάν έχει κανένα χταπόδι για να ψήσουμε το βράδυ στα κάρβουνα. Εκείνο το απόγευμα δεν πήγαμε στη θάλασσα, αλλά σε ένα δάσος, σε ένα βουνό που υπάρχει κοντά στο σπίτι. Μου είπε ότι ο ήλιος ήταν επικίνδυνος εκείνη την ώρα και καλύτερα να κάτσουμε στη σκιά να φάμε κανένα μήλο. Πήγαμε κάτω από τα δέντρα και στρώσαμε πάνω στις πευκοβελόνες. Ήταν μαλακά και ξαπλώσαμε. Μου είπε να ΄βαλω πάλι το κεφάλι μου στην κοιλιά του. Εγώ το έβαλα. Μετά πήρε το χέρι μου και το ακούμπησε πάνω στο πουλί του.


Εγώ το άφησα ακίνητο γιατί δεν ήξερα τι να κάνω κι αυτός τοποθέτησε το χέρι του πάνω από το δικό μου και άρχισε να το κουνάει αναγκάζοντας το δικό μου χέρι να του χαϊδεύει το όργανό του πάνω από το ρούχο. Ένιωθα απλά ότι έπιανα μια μάζα. Σιγά σιγά αυτή η μάζα όμως άρχισε να σχηματοποιείται καθώς σκλήραινε το πουλί του. Συνέχιζα να το χαϊδεύω. Εκείνος είχε τραβήξει το χέρι του κι εγώ δεν το είχα καταλάβει και συνέχιζα να το χαϊδεύω. Είχε σκληρύνει πολύ. Σ’ αρέσει που το πιάνεις; με ρώτησε, αλλά εγώ δεν απάντησα. Σου αρέσει, επιβεβαίωσε, διαφορετικά δεν θα το έπιανες. Κατέβασε το φερμουάρ και μου έβαλε το χέρι μέσα στο σορτσάκι, αλλά έξω από το σώβρακο. Συνέχιζε να το χαϊδεύεις, μου είπε. Πάνω από το σώβρακο η αίσθηση ήταν καλύτερη. Και αυτό ήταν πιο ζεστό. Μου χάιδευε την πλάτη και μετά με το δεξί του χέρι άνοιξε το κουμπί από το σώβρακο και μου είπε να το βάλω μέσα το χέρι μου. Εγώ υπάκουσα και του τον χάιδευα πολύ τρυφερά. Είσαι αδελφή τελικά, με μάλωσε, αφού κάθεσαι και χαϊδεύεις το πουλί μου. Οι αδελφές πιάνουν τα πουλιά των άλλων αντρών. Άντρας πρέπει να είσαι, είπε και σηκώθηκε απότομα όρθιος κάνοντας σαν να θέλει να με χτυπήσει.


Τελικά, έβγαλε όλα του τα ρούχα και με παρότρυνε να κάνω κι εγώ το ίδιο. Μετά ξάπλωσε, εγώ γδύθηκα και μου είπε να τον καβαλήσω, με το πρόσωπο στα πόδια του για να τα μυρίζω. Εγώ είχα σοκαριστεί και δεν καταλάβαινα γιατί δεν ήξερα τι συνέβαινε, από τη μια με έβριζε και από την άλλη έδειχνε ότι κάτι ήθελε να μου κάνει. Επιπλέον, είχα χαϊδέψει το πουλί του παππού μου, τον είχα ακουμπήσει και είδα πραγματικά πόσο μεγάλο πουλί έχει. Επειδή δεν είχα καταλάβει πως ακριβώς ήθελε να κάτσω, αυτός έκατσε σε ορθία γωνία, ακουμπώντας την πλάτη του σε ένα πεύκο, μου είπε να κάτσω πάνω στα μπούτια του και να γύρω το πρόσωπό που πάνω στα πόδια του για να τα μυρίζω. Αυτό έκανα και άρχισα να μυρίζω τα πόδια του. Μετά, όταν ένιωσα να χέρια του να χαϊδεύουν τα κωλομέρια μου, κατάλαβα ότι με αυτή την στάση είχα εκθέσει τα οπίσθιά μου σε κοινή θέα προς αυτόν και ήταν ευάλωτα τώρα πια.


Συνέχιζε να μου χαϊδεύει τα κωλομέρια, σχολιάζοντας ότι έχω πολύ όμορφο νεανικό και άτριχο κωλαράκι, προσφέροντάς μου μια μοναδική αίσθηση επειδή όταν ανέβαζε το ένα κωλομέρι προς τα πάνω, κατέβαζε το άλλο προς τα κάτω, εξαναγκάζοντας με αυτό τον τρόπο τα τοιχώματα της κωλοτρυπίδας μου να τρίβονται μεταξύ τους και αυτό να είναι μοναδικά ερεθιστικό. Παρόλα αυτά, εμένα δεν μου είχε σηκωθεί, γιατί φοβόμουν κάπως. Αυθόρμητα, άρχισα να ακουμπάω και τα χείλη μου πάνω στα δάχτυλα των ποδιών του και κάποια στιγμή άρχισα να τα ανοίγω κιόλας, επιτρέποντάς τους να εισχωρούν ελαφρά μέσα στο στόμα μου και να ακουμπούν και τη γλώσσα μου. Αυτή την υγρασία του σάλιου, την ένιωσε ο παππούς μου πάνω στα πόδια του, ενώ αυτός είχε αρχίσει και να τρίβει με τα δάχτυλά του την κωλοτρυπίδα μου και κάποια στιγμή μου λέει ότι εγώ δεν σιχαίνομαι τίποτα απ’ ότι φαίνεται.


Μετά μου ζήτησε να σηκωθώ και εκείνος ξάπλωσε εντελώς, παροτρύνοντάς με να ξαπλώσω πάλι πάνω στην κοιλιά του. Ακολούθησα την οδηγία κι εκείνος μόλις ακούμπησα πάλι το μάγουλό μου πάνω στην κοιλιά του, με έσπρωξε πιο κάτω ζητώντας μου να κάνω ότι έκανα με τα δάχτυλα των ποδιών του και στον πούτσο του. Ακούμπησα με τα χείλη μου το κεφάλι του πουλιού του και μου είπε να τα ανοίξω και να το βάλω μέσα. Τα άνοιξα και άρχισα να του γλύφω απαλά το κεφάλι του πούτσου του. Αυτός άρχισε να σπρώχνει προς τα μέσα για να μπαίνει πιο πολύ μέσα. Σου γαμάω το στόμα, μου είπε, γιατί αν σου γαμούσα τον κώλο σου, δεν θα μπορούσες να κάτσεις για δέκα μέρες. Και θα σε μάτωνα κιόλας. Γλύφε τώρα. Σου αρέσει να γλύφεις πουλιά. Και έσπρωχνε, έσπρωχνε, έσπρωχνε προς τα μέσα. Δεν τον έβαζε ολόκληρο όμως. Με άφηνε να σταματάω στο οριακό σημείο όπου άντεχα. Με σεβόταν. Σου μυρίζει εκεί τώρα; με ρώτησε. Αλλά δεν μύριζε. Ο παππούς μου ήταν πολύ καθαρός σε εκείνο το σημείο. Όχι παππού μου, δεν μυρίζει.


Όταν άρχισε να μην ελέγχει τις ορμές του, τότε μου έσφιξε το κεφάλι και έσπρωχνε πιο δυνατά τον πούτσο του μέσα στο στόμα μου. Πιο γρήγορα και περισσότερο προς τα μέσα. Εγώ επειδή πνιγόμουν, του τον χούφτωσα με το χέρι μου για να κερδίζω κάποιο μήκος. Πνίγεσαι; με ρώτησε. Μιας και είσαι αδερφή, να μάθεις να το βάζεις όλο μέσα. Τράβηξε το χέρι σου από ‘κει και ρούφα το όλο μέσα στο στόμα σου. Και μου άρπαξε το χέρι μου με το χέρι του και το απομάκρυνε. Με το άλλο χέρι πίεζε το κεφάλι μου προς τα κάτω, ενώ εκείνος έσπρωχνε προς τα πάνω. Με έπνιγε και έφτανε μέχρι το λαρύγγι μου το πουλί του. Προσπαθούσα να αναπνέω από τη μύτη για να μη χάσω την αναπνοή μου.


Έχεις ανάγκη από οξυγόνο τώρα που σε πνίγει η πούτσα μου, ε; δεν ήταν ερώτηση που περίμενε απάντηση. Αυτό που είδα πάνω σε αυτόν τον πανικό, ήταν να φέρνει την παντόφλα του στη μούρη μου και με αυτό τον τρόπο, ενώ είχα ανάγκη για οξυγόνο, μύριζα τελικά τα πόδια του. Όπως έκανα πριν κάτι χρόνια μόνος μου. Μύρισε τη παντόφλα, μου είπε - και συνέχιζε να τον παίρνεις μέσα σου, βαθιά. Εκείνη την ώρα και πάνω στην αναστάτωση που συνέβαιναν όλα αυτά τα πράγματα για πρώτη φορά στη ζωή μου, νόμιζα ότι με τιμωρούσε για όλα αυτά που μου αρέσανε και που δεν ήταν αποδεκτά από τον κοινωνικό μας περίγυρο εκείνης της εποχής.


Κι εντελώς ξαφνικά, έχυσε. Μου κρατούσε το κεφάλι σε απόσταση ενός με δύο εκατοστών από το πουλί του, τον έπαιξε λίγο πιο σφιχτά και τα πέταξε όλα χωρίς να προσέχει που τα έριχνε. Κάποια ήρθαν στο πρόσωπό μου. Κάποια πήγαν στην κοιλιά του. Κάποια πάνω στο χέρι του. Ήμαστε κι οι δύο λαχανιασμένοι και μείναμε σε αυτή τη θέση για ένα λεπτό. Μετά εμένα μου ήρθε να τα γευθώ αυτά τα υγρά, είχα δοκιμάσει μέχρι τότε και τα δικά μου όταν τον έπαιζα και ξεκίνησα να ρουφάω τα σπέρματα από παντού, χέρι, κοιλιά, πούτσο και από το πρόσωπό μου. Εσύ τα κάνεις όλα ρε πούστη, μου είπε, θα γίνεις μεγάλη πουτάνα. Άντε σήκω τώρα να πάμε να αγοράσουμε και το χταπόδι.


Σκουπιστήκαμε με τις πετσέτες που είχαμε για τη θάλασσα, ντυθήκαμε κι εκείνος έκανε στην άκρη να πάει να κατουρήσει. Εγώ πήγα από πίσω του, του χάιδεψα την πλάτη για να καταλάβει ότι είμαι εκεί και να μη τρομάξει και έβαλα το χέρι μου στο πουλί του που κατουρούσε. Εκείνος απομάκρυνε το χέρι του και μου επέτρεψε να του τον κρατήσω. Μήπως θες να σε κατουρήσω κιόλας, με ρώτησε με ανεβασμένο τόνο φωνής - την άλλη φορά, του απάντησα. Όσο χαμήλωνε η ροή του κάτουρου μου έβρεξε λίγο τα δάχτυλα κι εγώ τότε μπροστά του, τα έβαλα στο στόμα μου. Μη τα βάζεις στο στόμα σου αυτά, δεν είναι καλό, είναι βρώμικα, πω πω εσύ όχι μόνο είσαι πουστάρα, είσαι η πιο ανώμαλη πουστάρα που έχω δει στη ζωή μου. Όσο έβριζε εγώ του έπιασα πάλι το πουλί και το τίναζα αργά και απαλά κι εκείνο άρχισε πάλι να σκληραίνει. Χόντρυνε πάλι και έγινε μεγάλο κι εγώ ξεκίνησα να τον μαλακίζω και πάλι.


Δεν ολοκλήρωσε όμως. Γύρισε προς το μέρος μου, έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό μου, μου έσφιξε το κεφάλι με τα δυο του χέρια κι εκεί που νόμιζα ότι θα με φιλούσε εκείνος είπε - Κοίτα και μη πεις τίποτα πουθενά. Θα βρούμε τον μπελά μας και οι δύο. Εγώ θα καλύψω την ανωμαλία σου. Και κοίτα να γίνεις άντρας όσο είναι καιρός. Εάν το μάθεις αυτό το πράγμα, δε θα μαζεύεσαι με τίποτα. Δε μίλησα και φύγαμε. Το ίδιο βράδυ, καθίσαμε όλοι και φάγαμε το χταπόδι και οι μεγάλοι έπιναν τα ούζα τους. Ο παππούς χόρεψε ένα ζεϊμπέκικο και όσο το χόρευε με κοιτούσε συνέχεια.

No comments:

Post a Comment